Μια Νικολέτα

Είναι μια Νικολέτα.
Από το κάμπο, το βουνό, μιας θάλασσας την άκρη..
Ποιος νοιάζεται στ’ αλήθεια;
Εγώ τη γνώρισα στο δρόμο και μόνο για εκεί ξέρω να πω.
Την πλησίασα και έφτασε μια στιγμή για να την καταλάβω
και ας είναι αυτό το μεγαλύτερο μου ψέμα.
Απότομη σαν το αγρίμι που ζυγιάζει τον εχθρό.
Σακατεμένη σε μια ζωή που έμοιαζε να χάνει.
Το στόμα της ξερνούσε το πόνο
και τα μάτια της έδιναν δυο δεκαετίες θαρρώ στο πρόσωπο της.
Από εκείνα που μεγαλώνουν πριν την ώρα τους
ή σε λάθος ώρα.
Μονάχα όταν ήπια πλάι της, μαζί της,
κατάφερα να νιώσω όσα κρύβει.
Σαν το παιδί που φωνάζει και κανείς δεν τ’ ακούει.
Ένα ενοχλητικό φως και μια ανάγκη για ζωή.
Όπως η φωτιά χρειάζεται καύσιμη ύλη, αέρα και μια φλόγα εκείνη έμοιαζε να ξέχασε τον αναπτήρα.
Θέλει να φωνάξει χωρίς φωνή, να σηκωθεί χωρίς πόδια,
να ξεκινήσει χωρίς σκοπό.
Απλά κάθεται στη γωνία και πριονίζει,
κομματιάζει και φτύνει το είδωλο της στον καθρέφτη.
Λες και δεν φτάνουν τα σκατά που έχει χώσει στο κεφάλι.
Γίνεται δυνάστης του ίδιου του εαυτού της
και συνεχίζει σε ένα παιχνίδι σαδιστικό.
Εσωστρεφής με τάσεις κοινωνικότητας.
Δυναμική με εσωτερικούς φόβους.
Μιλάει πολύ ή δεν μιλάει καθόλου.
Κλαίει εύκολα και συγκινείται δύσκολα.
Γεμάτη όνειρα κλειδωμένα σε φόβους.
Ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι που δεν θέλει να δεις.
Μια Νικολέτα, ένα παιδί γερασμένο
που θέλει τόσο να βρεις.
Αυτή τη Νικολέτα εγώ συνάντησα.
(Visited 5 times, 1 visits today)